Μετάφραση του "dun" σε Ελληνικά

Το πούπουλα είναι η μετάφραση του "dun" σε Ελληνικά.

dun noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πούπουλα

    noun feminine

    Bearbejdede fjer og dun og varer af fjer og dun, kunstige blomster, varer af menneskehår

    Φτερά και πούπουλα κατεργασμένα και είδη από φτερά ή πούπουλα, τεχνητά άνθη, τεχνουργήματα από τρίχες κεφαλής ανθρώπου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dun"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη