Μετάφραση του "efterforskning" σε Ελληνικά

Το εξερεύνηση είναι η μετάφραση του "efterforskning" σε Ελληνικά.

efterforskning
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξερεύνηση

    noun

    Adgang og ret til prospektering, efterforskning og produktion af kulbrinter

    Πρόσβαση και δικαιώματα όσον αφορά την αναζήτηση, εξερεύνηση και εξόρυξη υδρογονανθράκων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " efterforskning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "efterforskning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "efterforskning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη