Μετάφραση του "egenskab" σε Ελληνικά

Οι ιδιότητα, ιδιοκτησία, χαρακτηριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "egenskab" σε Ελληνικά.

egenskab
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιότητα

    noun feminine

    For det fjerde skal den udføres af en »afgiftspligtig person, der handler i denne egenskab«.

    Τέταρτον, πρέπει να πραγματοποιήθηκε από «υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί με την ιδιότητα αυτή».

  • ιδιοκτησία

    noun feminine
  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    En anden karakteristisk egenskab er, at det traditionelt kun er tørsaltningsprocessen med havsalt, der er blevet anvendt.

    Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι παραδοσιακά χρησιμοποιείται μόνον η διαδικασία ξηρής αλιπάστωσης με θαλάσσιο αλάτι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χημεία
    • ποιότητα
    • πράγμα
    • φυσική ιδιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " egenskab " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "egenskab" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "egenskab" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη