Μετάφραση του "ejer" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτήτης, κάτοχος, ιδιοκτήτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ejer" σε Ελληνικά.

ejer noun verb common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    Han ejer stadig stedet, og jeg har hørt, at han bor i lejligheden over.

    Είναι ακόμα ο ιδιοκτήτης κι έμαθα ότι μετακόμισε στο επάνω διαμέρισμα.

  • κάτοχος

    noun masculine

    Privatejede godsvogne skal være forsynet med navn og adresse på den registrerede ejer.

    Φορτάμαξες ιδιωτικής ιδιοκτησίας φέρουν σήμα με το όνομα και τη διεύθυνση του καταχωρημένου κατόχου.

  • ιδιοκτήτρια

    noun feminine

    Chaufførerne opgav et handelsselskab med hjemsted i Budapest som køretøjernes ejer.

    Οι οδηγοί των φορτηγών αυτών υπέδειξαν ως ιδιοκτήτρια των οχημάτων εμπορική εταιρία με έδρα τη Βουδαπέστη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ejer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ejer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ejer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη