Μετάφραση του "eksamen" σε Ελληνικά

Οι εξέταση, εξετάσεις, διαγώνισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eksamen" σε Ελληνικά.

eksamen noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξέταση

    noun feminine

    Hun ville slet ikke kunne bestå en eksamen i Polen overhovedet.

    Δεν θα περνούσε καμία απολύτως εξέταση στην Πολωνία.

  • εξετάσεις

    I, mine herrer, var de eneste som fik topkarakterer til jeres eksamen.

    Εσείς κύριοι, είστε οι μοναδικοί που πήρατε τέλεια βαθμολογία στις εξετάσεις σας.

  • διαγώνισμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eksamen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eksamen
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμή

    noun

Εικόνες με "eksamen"

Φράσεις παρόμοιες με "eksamen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eksamen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη