Μετάφραση του "eksport" σε Ελληνικά
Οι εξαγωγή, εξαγωγές, εξαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eksport" σε Ελληνικά.
eksport
-
εξαγωγή
noun feminineDe opførelser, der vedrører eksport af ydelser til tredjelande, bør udgå.
Οι εγγραφές που αφορούν την εξαγωγή των παροχών σε τρίτη χώρα πρέπει να καταργηθούν.
-
εξαγωγές
nounSom forklaret ovenfor bygger ovenstående tabel på tallene for produktion minus eksport.
Όπως εξηγείται παραπάνω, ο ανωτέρω πίνακας βασίζεται στο σχετικό όγκο παραγωγής πλην τις εξαγωγές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eksport " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Eksport
-
εξαγωγή
nounDe opførelser, der vedrører eksport af ydelser til tredjelande, bør udgå.
Οι εγγραφές που αφορούν την εξαγωγή των παροχών σε τρίτη χώρα πρέπει να καταργηθούν.
Φράσεις παρόμοιες με "eksport" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαγωγή επικίνδυνων αποβλήτων
-
εξαγωγή αποβλήτων
-
διαφοροποίηση των εξαγωγών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη