Μετάφραση του "eng" σε Ελληνικά

Οι λιβάδι, λειμώνας, Λιβάδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eng" σε Ελληνικά.

eng noun common masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιβάδι

    noun neuter

    Han havde et yndlingssted ude på engen under et korktræ.

    Είχε ένα αγαπημένο σημείο στο λιβάδι, κάτω από ένα φελλόδενδρο.

  • λειμώνας

    noun

    Moderat tørt (græsareal eller eng samt nord- og østvendte skråninger)

    Μετρίως ξηρό (βοσκότοπος ή λειμώνας και πλαγιές με βόρειο ή ανατολικό προσανατολισμό)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eng " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eng
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λιβάδι

    fugtigt areal med græs

Εικόνες με "eng"

Φράσεις παρόμοιες με "eng" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eng" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη