Μετάφραση του "enhed" σε Ελληνικά

Οι μονάδα, οντότητα, συγκρότημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enhed" σε Ελληνικά.

enhed noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονάδα

    noun feminine

    Transportable ildslukkere, der er tømt, skal straks fyldes op eller erstattes med tilsvarende enheder.

    Οι φορητοί πυροσβεστήρες που έχουν εκκενωθεί θα αναγομώνονται άμεσα ή θα αντικαθίστανται από ισοδύναμη μονάδα.

  • οντότητα

    noun feminine

    Et koncerninternt forsikringsselskab etableres som en separat juridisk enhed i Liechtenstein og er opbygget som ethvert andet selskab.

    Μια εξαρτημένη εταιρεία ασφάλισης συστήνεται ως διακριτή νομική οντότητα στο Λιχτενστάιν και δομείται όπως κάθε άλλη εταιρεία.

  • συγκρότημα

    noun neuter

    Anvendelsesvilkår for moduler til mobile og faste enheder

    Προϋποθέσεις χρησιμοποίησης ενοτήτων για εποχούμενα και παρατρόχια συγκροτήματα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενότητα
    • ομάδα
    • συσκευή
    • ένταση
    • τόμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enhed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enhed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enhed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη