Μετάφραση του "ensomhed" σε Ελληνικά

Οι μοναξιά, Μοναξιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ensomhed" σε Ελληνικά.

ensomhed Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναξιά

    noun feminine

    Hans ydre eksistens smertede mindre end den dybe indre ensomhed.

    Ναι, αλλά ολόκληρη η ύπαρξη του δεν συγκρινόταν με την εσωτερική αγωνία και μοναξιά που τον διακατείχε.

  • Μοναξιά

    følelse

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ensomhed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ensomhed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη