Μετάφραση του "ester" σε Ελληνικά

Οι Εσθονός, εστέρες, εστέρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ester" σε Ελληνικά.

ester noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εσθονός

    noun masculine
  • εστέρες

    Lysin og estere deraf; salte af disse produkter

    Λυσίνη και οι εστέρες της, καθώς και τα άλατά τους

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ester " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ester proper
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εστέρες

    Estere af glycerol med citronsyre og fedtsyrer, der forekommer i spiseolier og spisefedt.

    Μεικτοί εστέρες στους γλυκερίνης με κιτρικό οξύ και λιπαρά οξέα που απαντούν στα εδώδιμα λίπη και έλαια.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ester" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη