Μετάφραση του "ethanol" σε Ελληνικά
Οι αιθανόλη, οινόπνευμα, αιθυλική αλκοόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ethanol" σε Ελληνικά.
ethanol
-
αιθανόλη
noun feminine -
οινόπνευμα
noun neuter -
αιθυλική αλκοόλη
noun feminine -
αλκοόλη αιθυλική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ethanol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ethanol
-
Αιθανόλη
Αλκανόλη με 2 άτομα άνθρακα
Ethanol: ikke over 2 %
Αιθανόλη: 2 % κατ’ ανώτατο όριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη