Μετάφραση του "fedme" σε Ελληνικά
Το παχυσαρκία είναι η μετάφραση του "fedme" σε Ελληνικά.
fedme
w
-
παχυσαρκία
noun femininePå et møde under denne proces blev sagsøgerens fedme drøftet.
Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής συζητήθηκε η παχυσαρκία του K.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fedme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fedme"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη