Μετάφραση του "fejghed" σε Ελληνικά

Οι αδυναμία, ανανδρία, ατολμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fejghed" σε Ελληνικά.

fejghed
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun feminine
  • ανανδρία

    Noun feminine
  • ατολμία

  • δειλία

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fejghed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fejghed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη