Μετάφραση του "fernis" σε Ελληνικά

Οι βερνίκι, λάκα, Βερνίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fernis" σε Ελληνικά.

fernis noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βερνίκι

    noun
  • λάκα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fernis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fernis
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βερνίκι

    Το βερνίκι είναι μια διαφανής, σκληρή, προστατευτική τελική στρώση ή μεμβράνη που χρησιμοποιείται κυρίως στην επεξεργασία του ξύλου, αλλά επίσης και σε άλλα υλικά.

    Lovgivningen begrænser VOC-indholdet i dekorationsmaling, -lakker og -fernis, der anvendes til trægulve.

    Η νομοθεσία περιορίζει την περιεκτικότητα σε πτητικές οργανικές ενώσεις για τα επιχρίσματα διακόσμησης, τις λάκες και τα βερνίκια που χρησιμοποιούνται για την επίχριση ξύλινων πατωμάτων.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fernis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη