Μετάφραση του "fin" σε Ελληνικά

Οι καλός, ντελικάτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά.

fin adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλός

    noun masculine

    Det er fint, Morgan, men simplificer formuleringen af den sidste sætning.

    Eίναι πoλύ καλό, Mόργκαν, αλλά απλoπoίησε την τελευταία παράγραφo.

  • ντελικάτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επικολλώ · επιχρίω
  • λεπτόκοκκη(ος) σκόνη (κονιορτός)
  • σιμιγδάλι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη