Μετάφραση του "finger" σε Ελληνικά

Οι δάχτυλο, δάκτυλος, δάκτυλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finger" σε Ελληνικά.

finger verb noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάχτυλο

    noun masculine neuter

    δάχτυλο (χεριού)

  • δάκτυλος

    noun masculine
  • δάκτυλο

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δάκτυλο του ποδιού
    • Δάχτυλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "finger"

Φράσεις παρόμοιες με "finger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη