Μετάφραση του "finsk" σε Ελληνικά

Οι Φινλανδικά, φινλανδικά, φινλανδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finsk" σε Ελληνικά.

finsk adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φινλανδικά

  • φινλανδικά

    proper neuter

    Φινο-ουγγρική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Φινλανδία.

    Nogle afsnit kræver offentliggørelse på finsk og svensk.

    Πρέπει να δημοσιευθούν ορισμένα τμήματα στα φινλανδικά και τα σουηδικά.

  • φινλανδικός

    adjective

    Det pålægges det finske og svenske interventionsorgan at iværksætte foranstaltningen i stk. 1.

    Ο φινλανδικός και ο σουηδικός οργανισμός παρεμβάσεως επιφορτίζονται με την εφαρμογή του μέτρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Φιλανδικά
    • φιλανδικά
    • φινλανδική
    • φινλανδικό
    • φινλανδική γλώσσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finsk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "finsk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Φινλανδικός Κόλπος · Φινλανδικός κόλπος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finsk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη