Μετάφραση του "fisker" σε Ελληνικά

Οι ψαράς, αλιεύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fisker" σε Ελληνικά.

fisker noun verb common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψαράς

    noun masculine

    person, der beskæftiger sig med at fange fisk

    Man må da kunne lave andet end at fiske eller bortføre folk.

    Θα μπορείς vα κάvεις κάτι άλλο από το vα είσαι ψαράς και vα απαγάγεις κόσμο.

  • αλιεύς

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fisker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fisker"

Φράσεις παρόμοιες με "fisker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fisker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη