Μετάφραση του "forbindelse" σε Ελληνικά
Οι επαφή, σύνδεση, συνάφεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forbindelse" σε Ελληνικά.
forbindelse
noun
common
γραμματική
-
επαφή
noun feminineBed dem finde general Ripper og sætte mig i forbindelse med ham.
Να βρουν το στρατηγό Ρίπερ και να τον φέρουν σ` επαφή μαζί μου.
-
σύνδεση
noun feminineLufthavnen har også en fremragende forbindelse til jernbanenettet.
Ο αερολιμένας διαθέτει εξαίρετη σύνδεση με το σιδηροδρομικό δίκτυο.
-
συνάφεια
noun feminineDenne metode er imidlertid ikke lige så relevant i forbindelse med lufthavnstjenester.
Ωστόσο, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να έχει την ίδια συνάφεια στην περίπτωση των αερολιμενικών υπηρεσιών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνθήκες
- σχέση
- γραμμή σύνδεσης
- λογισμικό σύνδεσης
- συνδεσιμότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forbindelse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "forbindelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόστος διάθεσης αποβλήτων
-
χημική ένωση
-
αρωματικός χαρακτήρας
-
σύνδεση μέσω υπερύθρων
-
ευθεία γραμμή σύνδεσης
-
Αλειφατική ένωση
-
σύνδεση εν ενεργεία
-
ετεροκυκλική ένωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη