Μετάφραση του "forsikring" σε Ελληνικά
Οι ασφάλιση, ασφάλεια, ασφάλιση (ασφάλεια) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forsikring" σε Ελληνικά.
forsikring
noun
common
γραμματική
-
ασφάλιση
noun feminine -
ασφάλεια
noun feminine -
ασφάλιση (ασφάλεια)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forsikring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Forsikring
-
Ασφάλεια
Om: Forsikring af byggerisici i Frankrig, diskriminering af udenlandske udbydere
Θέμα: Ασφάλεια κατασκευαστικού κινδύνου στη Γαλλία και διακριτική μεταχείριση αλλοδαπών επιχειρήσεων
Φράσεις παρόμοιες με "forsikring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσια ασφάλιση
-
υποχρεωτική ασφάλιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη