Μετάφραση του "forsikring" σε Ελληνικά

Οι ασφάλιση, ασφάλεια, ασφάλιση (ασφάλεια) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forsikring" σε Ελληνικά.

forsikring noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφάλιση

    noun feminine
  • ασφάλεια

    noun feminine
  • ασφάλιση (ασφάλεια)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forsikring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Forsikring
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασφάλεια

    Om: Forsikring af byggerisici i Frankrig, diskriminering af udenlandske udbydere

    Θέμα: Ασφάλεια κατασκευαστικού κινδύνου στη Γαλλία και διακριτική μεταχείριση αλλοδαπών επιχειρήσεων

Φράσεις παρόμοιες με "forsikring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forsikring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη