Μετάφραση του "forskning" σε Ελληνικά

Οι έρευνα, έρευνα επιστημονική, διερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forskning" σε Ελληνικά.

forskning Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρευνα

    noun feminine
  • έρευνα επιστημονική

  • διερεύνηση

    noun feminine

    Der er udført omfattende forskning i de mulige virkninger for menneskers sundhed.

    Έχει αναληφθεί σημαντικό ερευνητικό έργο με σκοπό τη διερεύνηση του πιθανού αντικτύπου στην υγεία.

  • αναδίφηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forskning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Forskning
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έρευνα επιστημονική

Φράσεις παρόμοιες με "forskning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forskning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη