Μετάφραση του "fossil" σε Ελληνικά

Οι απολίθωμα, Απολίθωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fossil" σε Ελληνικά.

fossil noun adjective neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολίθωμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fossil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fossil
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απολίθωμα

    Fossilet viste sig imidlertid at være en forfalskning der bestod af fossilmateriale fra to forskellige dyr.

    Ωστόσο, το απολίθωμα αποδείχτηκε χαλκευμένο, συνδυασμός απολιθωμάτων από δύο διαφορετικά ζώα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fossil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη