Μετάφραση του "frisk" σε Ελληνικά

Οι φρέσκος, νωπός, πρόσφατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frisk" σε Ελληνικά.

frisk adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρέσκος

    adjective masculine

    Gipsbandagen ser lige så frisk ud som min onkel Gustav.

    Ο γύψος είναι τόσο φρέσκος, όσο ο γερο θείος μου ο Γουστάβος.

  • νωπός

    adjective masculine

    Karpen »karp zatorski« er en levende fisk, der sælges frisk og uforarbejdet.

    Ο κυπρίνος «karp zatorski» διατίθεται ζωντανός, πωλούμενος νωπός και χωρίς μεταποίηση.

  • πρόσφατος

    adjective masculine

    Jordprøver skal så vidt muligt være frisk udtagne.

    Τα δείγματα εδάφους που χρησιμοποιούνται πρέπει, εφόσον αυτό είναι εφικτό, να έχουν ληφθεί προσφάτως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καινούργιος
    • νέος
    • ορφανός
    • χλωρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frisk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη