Μετάφραση του "fritid" σε Ελληνικά

Οι αναψυχή, ελεύθερος χρόνος, Αναψυχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fritid" σε Ελληνικά.

fritid
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναψυχή

    Noun
  • ελεύθερος χρόνος

    noun

    Herfra skal trækkes den fritid, der er en følge af ufrivillig arbejdsløshed.

    Από τις ώρες αυτές πρέπει να αφαιρεθεί ο ελεύθερος χρόνος που είναι αποτέλεσμα ακούσιας ανεργίας.

  • Αναψυχή

    Miljøbeskyttelse spiller allerede en afgørende rolle på vigtige områder som turisme og fritid.

    Αποτελεί ήδη βασικό στοιχείο ενός οικονομικού τομέα που είναι εξίσου σημαντικός με τον τουρισμό και την αναψυχή.

  • χρόνος εκτός εργασίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fritid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fritid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη