Μετάφραση του "from" σε Ελληνικά
Οι ευσεβής, θρησκευόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "from" σε Ελληνικά.
from
adjective
γραμματική
-
ευσεβής
adjective masculineHan er sgu for from til at høre om ændringerne i planen.
Παραείναι ευσεβής για να ενημερωθεί περί της αλλαγής των σχεδίων.
-
θρησκευόμενος
(Amos 8:5) Ja, de var fromme, men kun for et syns skyld.
(Αμώς 8:5) Ναι, ήταν θρησκευόμενοι, αλλά μόνο εξωτερικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " from " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "from" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λουδοβίκος ο Ευσεβής
-
όρος From
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη