Μετάφραση του "fuld" σε Ελληνικά

Οι γεμάτος, πλήρης, μεθυσμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fuld" σε Ελληνικά.

fuld adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμάτος

    adjective masculine
  • πλήρης

    adjective masculine

    De her nævnte mængder omfatter normale indførsler, dvs. til fuld afgift og uden begrænsning af mængde.

    Οι ποσότητες που αναγράφονται εδώ αφορούν εισαγωγές υπό κανονικό καθεστώς, δηλαδή με πλήρη δασμό και χωρίς ποσοτικό περιορισμό.

  • μεθυσμένος

    adjective masculine

    Jeg skulle ikke have været så fuld, den aften.

    Μωρό μου δεν έπρεπε να ήμουν τόσο μεθυσμένος εκείνο το βράδυ.

  • ακέραιος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fuld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fuld"

Φράσεις παρόμοιες με "fuld" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fuld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη