Μετάφραση του "gentagelse" σε Ελληνικά
Οι επανάληψη, διαδοχικές προσεγγίσεις, Περιοδικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gentagelse" σε Ελληνικά.
gentagelse
Noun
γραμματική
-
επανάληψη
noun feminineenhver anden foranstaltning for at undgå gentagelse af de overtrædelser, der er omhandlet i artikel 89, stk. 2.
οποιοδήποτε άλλο μέτρο ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη των αδικημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 89.
-
διαδοχικές προσεγγίσεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gentagelse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Gentagelse
-
Περιοδικότητα
Φράσεις παρόμοιες με "gentagelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτόματη επανάληψη
-
καθυστέρηση επανάληψης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη