Μετάφραση του "hat" σε Ελληνικά
Οι καπέλο, καπέλλο, πίλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hat" σε Ελληνικά.
hat
noun
common
w
γραμματική
-
καπέλο
noun neuterhovedbeklædning
Hun havde en sort hat på.
Φορούσε ένα μαύρο καπέλο.
-
καπέλλο
nounDeres partner så en mand med en hat, og intet andet.
Ο συνεργάτης σου είδε έναν κύριο με καπέλλο.
-
πίλος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "hat"
Φράσεις παρόμοιες με "hat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ημίψηλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη