Μετάφραση του "hoved" σε Ελληνικά
Οι κεφάλι, κύριος, άνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoved" σε Ελληνικά.
hoved
noun
neuter
γραμματική
-
κεφάλι
noun neuterάκρο του σώματος ανθρώπων και ζώων
Han panikkede engang, da hans hoved sad fast i en sweater.
Μια φορά έπαθε κρίση πανικού όταν το κεφάλι του κόλλησε σ'ένα πουλόβερ.
-
κύριος
adjectiveSpidsen på aspargesens hoved skal overvejende være lukket.
Η κορυφή του σπαραγγιού πρέπει να είναι κατά κύριο λόγο κλειστή.
-
άνθρωπος
noun masculinem/k’er
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άτομο
- κεφαλή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hoved " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "hoved"
Φράσεις παρόμοιες με "hoved" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκέφαλος · μυαλό
-
άνω κάτω
-
κεφαλίδα P1
-
κύριος · πρωταρχικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη