Μετάφραση του "identitet" σε Ελληνικά
Οι ταυτότητα, οντότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identitet" σε Ελληνικά.
identitet
noun
common
γραμματική
-
ταυτότητα
noun feminineDette er et alvorligt angreb mod den nationale identitet og samhørighed.
Αυτό συνιστά σοβαρό πλήγμα για την εθνική ταυτότητα και τη συνοχή.
-
οντότητα
nounÆndring af registrantens identitet med ændring af status som juridisk person
Αλλαγή στα στοιχεία του καταχωρίζοντος, η οποία συνεπάγεται αλλαγή στη νομική οντότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " identitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "identitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εθνική ταυτότητα
-
ταυτότητα χρήστη
-
ταυτότητα εμπορικής επωνυμίας
-
πολιτιστική ταυτότητα
-
ευρωπαϊκή ταυτότητα
-
κλειδί επιβεβαίωσης ταυτότητας
-
ταυτότητα βασισμένη σε δηλώσεις
-
προσωπική ταυτότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη