Μετάφραση του "identitet" σε Ελληνικά

Οι ταυτότητα, οντότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identitet" σε Ελληνικά.

identitet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταυτότητα

    noun feminine

    Dette er et alvorligt angreb mod den nationale identitet og samhørighed.

    Αυτό συνιστά σοβαρό πλήγμα για την εθνική ταυτότητα και τη συνοχή.

  • οντότητα

    noun

    Ændring af registrantens identitet med ændring af status som juridisk person

    Αλλαγή στα στοιχεία του καταχωρίζοντος, η οποία συνεπάγεται αλλαγή στη νομική οντότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " identitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "identitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "identitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη