Μετάφραση του "ildslukker" σε Ελληνικά

Οι πυροσβεστήρας, Πυροσβεστήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ildslukker" σε Ελληνικά.

ildslukker noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυροσβεστήρας

    noun masculine

    Hver ildslukker skal være forsynet med et skilt, som angiver, at den har været efterset.

    Κάθε πυροσβεστήρας πρέπει να φέρει μια ένδειξη που να αποδεικνύει ότι έχει υποβληθεί σε έλεγχο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ildslukker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ildslukker
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πυροσβεστήρας

    Ένας πυροσβεστήρας, είναι μια συσκευή ενεργητικής πυροπροστασίας που χρησιμοποιείται στην κατάσβεση ή έλεγχο μικρών πυρκαγιών, συχνά σε επείγουσες καταστάσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ildslukker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη