Μετάφραση του "illusion" σε Ελληνικά

Οι παραίσθηση, ψευδαίσθηση, κόπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illusion" σε Ελληνικά.

illusion noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραίσθηση

    noun feminine

    Når jeg ser dig nu, så ved jeg, den illusion er væk

    Βλέποντάς σε τώρα,Βλέπω πως αυτή η παραίσθηση επιτέλους χάθηκε

  • ψευδαίσθηση

    noun feminine

    Hvis nogen har en illusion om, at dette ikke vil være tilfældet, er de naive.

    Όποιος έχει την ψευδαίσθηση ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, είναι αφελής.

  • κόπλο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illusion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illusion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη