Μετάφραση του "inflation" σε Ελληνικά

Οι πληθωρισμός, πληθωρισμός plithorismos, Πληθωρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflation" σε Ελληνικά.

inflation
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληθωρισμός

    noun masculine

    Pengepolitikken har formået at sikre en stabil inflation og fastholde forventningerne til inflationsniveauet.

    Η νομισματική πολιτική συνέβαλε επιτυχώς στο να διατηρηθεί ο πληθωρισμός σταθερός και να συγκρατηθούν οι πληθωριστικές προοπτικές.

  • πληθωρισμός plithorismos

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Inflation
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πληθωρισμός

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη