Μετάφραση του "interval" σε Ελληνικά

Οι εύρος, Διάστημα, διάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interval" σε Ελληνικά.

interval
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύρος

    noun

    Der kan anføres et interval, hvis der er tale om en modulopdelt indretning.

    Σε περίπτωση αρθρωτού συστήματος μπορεί να προσδιοριστεί εύρος.

  • Διάστημα

    Kan kun være starttidspunktet for målinger eller et interval.

    Δύναται να είναι μόνο χρόνος έναρξης για τρέχουσες μετρήσεις ή διάστημα.

  • διάστημα

    noun neuter
  • περιοχή

    noun feminine

    Validering inden for det relevante interval og kvalitetskontrol generelt

    Επικύρωση στην περιοχή του επιπέδου που ενδιαφέρει και γενικά μέτρα ποιοτικού ελέγχου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interval " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interval" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interval" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη