Μετάφραση του "isolering" σε Ελληνικά

Οι μόνωση, απομόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolering" σε Ελληνικά.

isolering
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόνωση

    noun feminine

    Hvis det elektriske kredsløb er opdelt af galvanisk isolering, defineres arbejdsspændingen for hvert af de opdelte kredsløb

    Αν το ηλεκτρικό κύκλωμα είναι διαχωρισμένο με γαλβανική μόνωση, η τάση λειτουργίας προσδιορίζεται αντίστοιχα για κάθε διαχωρισμένο κύκλωμα.

  • απομόνωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη