Μετάφραση του "joinforbindelse" σε Ελληνικά

Οι συμμετοχή, συνδέω, σύνδεσμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "joinforbindelse" σε Ελληνικά.

joinforbindelse
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμετοχή

    noun
  • συνδέω

    verb
  • σύνδεσμος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " joinforbindelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "joinforbindelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "joinforbindelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη