Μετάφραση του "kedel" σε Ελληνικά

Οι λέβητας, τσαγερό, χύτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kedel" σε Ελληνικά.

kedel noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέβητας

    noun masculine

    Eftersynet af kedler skal angå energiforbrug og begrænsning af kuldioxidudledning.

    Η επιθεώρηση των λεβήτων θα αναφέρεται στην κατανάλωση ενέργειας και στον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

  • τσαγερό

    neuter
  • χύτρα

    noun feminine

    Men i dette tilfælde er han ude efter en kedel.

    Αλλά τώρα έχει βάλει στο μάτι μια χύτρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατσαρόλα
    • τσαγιέρα
    • βραστήρας
    • λέβητας (θέρμανσης)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kedel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kedel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kedel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη