Μετάφραση του "kemi" σε Ελληνικά

Οι χημεία, χημικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kemi" σε Ελληνικά.

kemi γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χημεία

    noun feminine

    κλάδος της φυσικής επιστήμης ασχολούμενος με την σύνθεση, δομή και ιδιότητες της ύλης

    Et doktorat i fysik eller kemi vil blive anset som erhvervserfaring dog højst med tre år.

    Διδακτορικός τίτλος στη φυσική ή χημεία θα υπολογιστεί ως επαγγελματική εμπειρία διαρκείας, το ανώτερο, τριών ετών.

  • χημικό

    noun

    Et godt eksempel er forskningscentre som dem, der f.eks. er blevet etableret inden for kemi- og lægemiddelsektoren.

    Οι ερευνητικοί κόμβοι, όπως αυτοί που έχουν συγκροτηθεί στον χημικό και στον φαρμακευτικό κλάδο, συνιστούν μια θετική προσέγγιση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kemi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kemi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kemi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη