Μετάφραση του "kendskab" σε Ελληνικά

Οι γνώση, επίγνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kendskab" σε Ελληνικά.

kendskab noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνώση

    noun feminine
  • επίγνωση

    noun feminine

    Et indgående kendskab til tendenserne på lokalt plan muliggør en bedre forvaltning af ressourcerne.

    Η επίγνωση των τάσεων που επικρατούν σε τοπικό επίπεδο επιτρέπει την καλύτερη διαχείριση των πόρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kendskab " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kendskab" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη