Μετάφραση του "kilde" σε Ελληνικά
Οι πηγή, κεφαλάρι, νερομάνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kilde" σε Ελληνικά.
kilde
verb
noun
common
w
γραμματική
-
πηγή
noun feminineHertil kommer, at mikrodata er en kilde til statistiske oplysninger, som i øjeblikket er underudnyttet.
Επιπλέον, τα μικροδεδομένα αποτελούν πηγή στατιστικών πληροφοριών που σήμερα δεν αξιοποιείται επαρκώς.
-
κεφαλάρι
noun neuter -
νερομάνα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γαργαλάω
- προέλευση
- υδάτινη πηγή
- ανάβρα
- αφετηρία
- γαργαλώ
- πηγή ποταμού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kilde " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "kilde"
Φράσεις παρόμοιες με "kilde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξιόπιστη προέλευση
-
ευθύγραμμη (επίπεδη) πηγή
-
μη συμβατική ενέργεια
-
πηγή διάχυσης
-
αποκομιδή αποβλήτων (απορριμμάτων) από την πηγή
-
πηγή
-
διαλογή στην πηγή
-
προέλευση υποψήφιου πελάτη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη