Μετάφραση του "kimono" σε Ελληνικά

Το κιμονό είναι η μετάφραση του "kimono" σε Ελληνικά.

kimono Noun w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κιμονό

    noun neuter

    Du brød ind i hans soveværelse med åben kimono og pillede.

    Εισέβαλες στην κρεβατοκάμαρά του, με ξεκούμπωτο κιμονό που ανέμιζε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kimono " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kimono"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kimono" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη