Μετάφραση του "klemme" σε Ελληνικά

Οι σφίγγω, μαγκώνω, τσιμπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "klemme" σε Ελληνικά.

klemme verb noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφίγγω

    verb

    Når vi kæler, og han klemmer mig her, så gyser jeg.

    Όταν αγκαλιαζόμαστε, όταν με σφίγγει εδώ, με κάνει να ανατριχιάζω.

  • μαγκώνω

    verb
  • τσιμπώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δένω
    • μαγγώνω
    • πιάνω
    • στερεώνω
    • στριμώχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klemme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klemme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη