Μετάφραση του "klippe" σε Ελληνικά

Οι βράχος, πέτρωμα, Πέτρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "klippe" σε Ελληνικά.

klippe verb noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βράχος

    noun masculine
  • πέτρωμα

    noun neuter

    Undergrunden består primært af granit og sur klippe.

    Το υπέδαφος αποτελείται κυρίως από γρανίτες και όξινα πετρώματα.

  • Πέτρωμα

  • αποκοπή

    Noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klippe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "klippe"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klippe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη