Μετάφραση του "knokkel" σε Ελληνικά

Οι κόκαλο, οστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knokkel" σε Ελληνικά.

knokkel
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόκαλο

    noun masculine
  • οστό

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knokkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knokkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη