Μετάφραση του "kok" σε Ελληνικά

Οι κόκορας, μάγειρας, πετεινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kok" σε Ελληνικά.

kok noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόκορας

    noun masculine

    το αρσενικό της κότας

  • μάγειρας

    noun masculine

    person der tilbedrer mad

    Tom er en god kok.

    Ο Τομ είναι καλός μάγειρας.

  • πετεινός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μάγειρος
    • μαγείρισσα
    • αλέκτορας
    • αρσενικός φασιανός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kok"

Φράσεις παρόμοιες με "kok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει
  • κάρβουνο · κοκαΐνη · κωκ · οπτάνθρακας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη