Μετάφραση του "kompost" σε Ελληνικά
Οι κομπόστ, λίπασμα, φυσικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kompost" σε Ελληνικά.
kompost
noun
common
w
γραμματική
-
κομπόστ
neuterHerved opnås der balance. Jorden forbedres når den blandes med kompost.
Όταν αναμειγνύεται με το υπόλοιπο χώμα, το «κομπόστ» βελτιώνει το έδαφος.
-
λίπασμα
Noun neuterTil aktivering af kompost kan der anvendes egnede plantebaserede præparater eller mikroorganismepræparater.
Για την ενεργοποίηση των οργανικών λιπασμάτων επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται κατάλληλα παρασκευάσματα με βάση φυτά ή παρασκευάσματα μικροοργανισμών.
-
φυσικός
adjective noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοπρόχωμα
- φουσκί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kompost " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "kompost"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη