Μετάφραση του "konformitet" σε Ελληνικά
Οι συμμόρφωση, ευπείθεια, συμμορφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konformitet" σε Ελληνικά.
konformitet
-
συμμόρφωση
noun feminineMen i en krig mellem individualitet og konformitet er individet svagest.
Αλλά σε έναν πόλεμο μεταξύ ατομικότητα και συμμόρφωση... το άτομο είναι πάντα οπλισμένοι.
-
ευπείθεια
noun feminine -
συμμορφία
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " konformitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη