Μετάφραση του "konkurrence" σε Ελληνικά
Οι ανταγωνισμός, διαγωνισμός, συναγωνισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konkurrence" σε Ελληνικά.
konkurrence
noun
common
γραμματική
-
ανταγωνισμός
noun masculine -
διαγωνισμός
noun masculine -
συναγωνισμός
noun masculineDesuden ville et støttekapløb udelukkende være fokuseret på økonomisk konkurrence uden kulturelle begrænsninger.
Επιπλέον, ένας συναγωνισμός επιδοτήσεων θα εστιαζόταν σε θέματα οικονομικού ανταγωνισμού χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς πολιτιστικού χαρακτήρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγώνας
- αγώνας για επιβίωση
- διοργάνωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " konkurrence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Konkurrence
-
Ανταγωνισμός
Konkurrence – aftaler – aftaler mellem virksomheder – konkurrencebegrænsning – bedømmelseskriterier
Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό — Κριτήρια εκτιμήσεως
Φράσεις παρόμοιες με "konkurrence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελεύθερος ανταγωνισμός
-
διεθνής ανταγωνισμός
-
οικονομικός ανταγωνισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη