Μετάφραση του "konsol" σε Ελληνικά
Το κονσόλα είναι η μετάφραση του "konsol" σε Ελληνικά.
konsol
-
κονσόλα
nounFor disse ejere fandt konkurrencen sted på det tidspunkt, hvor de bestemte, hvilken konsol de skulle købe.
Ο ανταγωνισμός ασκήθηκε ως προς αυτούς τη στιγμή που αποφάσιζαν ποια κονσόλα να αγοράσουν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " konsol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "konsol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κονσόλα επιδόσεων σελίδας
-
κονσόλα του Service Manager
-
Κονσόλα διαγνωστικών επιδόσεων των Windows
-
αρχική σελίδα κενής κονσόλας
-
αρχική σελίδα κονσόλας συμπληρωματικού προγράμματος
-
κονσόλα Ζωντανής σύσκεψης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη