Μετάφραση του "kridt" σε Ελληνικά
Οι κιμωλία, κρητίδα, τεμπεσίρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kridt" σε Ελληνικά.
kridt
Noun
γραμματική
-
κιμωλία
Noun feminineProdukt, der som hovedbestanddel indeholder calciumcarbonat, opnået ved formaling af naturlige forekomster af kridt.
Προϊόν που περιέχει ως κύριο συστατικό ανθρακικό ασβέστιο, το οποίο λαμβάνεται με το άλεσμα των φυσικών εναποθέσεων κιμωλίας.
-
κρητίδα
feminine -
τεμπεσίρι
Noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Κρητιδικό
- κρητιδική περίοδος
- κρητιδικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kridt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Kridt
Kridt (geologisk periode)
-
Κρητιδική περίοδος
Kridt (geologisk periode)
-
Κιμωλία
Εικόνες με "kridt"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη